κέντρισμα

κέντρισμα
τό
1) укалывание (чём-л.); 2) пришпоривание (лошади); 3) перен. побуждение, подталкивание; 4) прививка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "κέντρισμα" в других словарях:

  • κέντρισμα — το, ατος η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κεντρίζω, κέντριση, μπόλιασμα, παρακίνηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κέντρο — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 640 μ., 114 κάτ.) του νομού Γρεβενών. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, αριστερά του ποταμού Αλιάκμονα, 30 χλμ. ΝΑ της πόλης των Γρεβενών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βεντζίου. 2.… …   Dictionary of Greek

  • άκεντρος — η, ο (Α ἄκεντρος, ον) αυτός που δεν έχει κεντρί «κηφῆνας... ἀκέντρους» (Πλάτ. Πολιτ. 552c), ή κόκορας που δεν έχει πλήκτρο στο πόδι (Αθήν. 655e), ή θάμνος που δεν έχει αγκάθια (Φίλων 2, 91), ή άλογο που δεν αισθάνεται το τρύπημα τού σπιρουνιού… …   Dictionary of Greek

  • άπληκτος — η, ο (AM ἄπληκτος, ον) [πλήττω] αυτός που δεν έχει πληγωθεί ή κτυπηθεί αρχ. 1. (για άλογα) αυτός που δεν χρειάζεται μαστίγωμα ή κέντρισμα 2. (για φυτά) αβλαβής …   Dictionary of Greek

  • αγκύλωμα — το (Α ἀγκύλωμα) (νεοελλ) 1. τρύπημα, κέντρισμα (με αγκύλι, αγκάθι, βελόνα κ.ά.) 2. αγκύλι, αγκάθι αρχ. καμπή, καμπυλότητα, κυρτότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἀγκυλῶ, νεοελλ. αγκυλώνω. ΠΑΡ. αγκυλωματιά] …   Dictionary of Greek

  • αγριόκεντρος — ἀγριόκεντρος, ον (Μ) αυτός που έχει άγριο ή δηλητηριώδες κεντρί, που το κέντρισμά του είναι οδυνηρό …   Dictionary of Greek

  • ακέντητος — η, ο (Α ἀκέντητος, ον) [κεντητός] νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει δεχθεί κέντημα, κέντρισμα 2. όποιος δεν είναι στολισμένος με κεντήματα «ακέντητο μαντήλι» 3. μτφ. εκείνος που δεν έχει ή δεν μπορεί να κεντηθεί, να πειραχτεί αρχ. 1. αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • ακέντριστος — η, ο (Α ἀκέντριστος, ον) [κεντρίζω] 1. αυτός που δεν είναι κεντρωμένος, ο αμπόλιαστος (αποδίδεται σε δέντρα) 2. όποιος δεν έχει δεχτεί κέντρισμα, τρύπημα με αιχμηρό όργανο 3. εκείνος που δεν έχει εξαγριωθεί, δεν έχει ερεθιστεί …   Dictionary of Greek

  • ακίδα — Μακρουλό, αιχμηρό κομμάτι ξύλου, με ινώδη μορφή. Ακιδωτού σχήματος ήταν το κάλυμμα που τοποθετούσαν παλαιότερα στο στήθος ενός πολεμικού αλόγου. Ακιδωτή επίσης είναι η αμυντική θωράκιση μιας κατηγορίας ζώων όπως ο σκαντζόχοιρος. Α. ονομάζεται και …   Dictionary of Greek

  • δάγκωμα — και δάγκαμα και δάκαμα, το (Μ δάγκαμαν και δάγκωμα και δάκωμα) η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού δαγκάνω μσν. νεοελλ. το φαγητό νεοελλ. 1. (για έντομα) το τσίμπημα, το κέντρισμα 2. το να πιαστεί κάποιος σφιχτά, το μάγκωμα («το δάγκωμα τού ποντικού …   Dictionary of Greek

  • δήγμα — το (AM δῆγμα) [δάκνω] δάγκωμα, δαγκωνιά νεοελλ. 1. απλό κέντρισμα, τσίμπημα από Έντομο («δήγμα κουνουπιού») 2. ύπουλη βλάβη, απλό πείραγμα μσν. πόνος, οδύνη αρχ. 1. η ποσότητα την οποία μπορεί κάποιος να δαγκώσει 2. φρ. «δῆγμα λύπης» λύπη που… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»